
'Μη σώσει να πατήσω το πόδι μου έξω απ'την Ελλάδα,να θεωρούμαι η καλύτερη στον τομέα μου αν είναι στα 60 μου να τρωω μόνη.'
Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη από τις λίγες αυτές εβδομάδες που μοιράστηκα την καθημερινότητά του.Καταξιωμένος,στο παρά κάτι πριν μπει στην τρίτη ηλικία,με σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και εκατοντάδες εργασίες στο ενεργητικό του,θεωρείται απ'τους μεγαλύτερους γνώστες του αντικειμένου του παγκοσμίως,με συνέδρια,διαλέξεις,ανακαλύψεις,μια ζωή στην αιχμή του δόρατος,με όλους αυτούς τους ανθρώπους που τον ασπάζονται αναφανδόν,υιοθετούν ότι τους αναγγέλει δίχως ίχνος αμφιβολίας,η σιγουριά των πτυχίων και των διπλωμάτων του,η φανερή του κατάρτιση δε τους δίνει χώρο ούτε για μια δική τους πρόταση.Και έχουν δίκιο-είναι πράγματι ο κορυφαίος.Ένας άνθρωπος τόσο χορτασμένος από εκτίμηση,από αποδοχή,από θαυμασμό,από προσοχή,από ταξίδια και μάλλον και από χρήμα,ένας άνθρωπος τόσο πετυχημένος σε όλα τα κοινωνικά κριτήρια,ένας άνθρωπος τόσο μα τόσο μόνος.Ένας άνθρωπος που τα μεσημέρια ψάχνει κάποιον για να φάνε μαζί,που βλέπει την οικογένεια του μια στο τόσο(από όσο κατάλαβα),που δουλεύει όλη μέρα για να ξεχνάει το γεγονός ότι είναι μόνος,που ασχολείται με συγκεκριμένα είδη τέχνης και κυνηγάει φεστιβάλ και εκθέσεις για να γεμίσει,που τρώει μόνος του τα βράδια σε μέρη που οι άνθρωποι συνηθίζουν να πηγαίνουν μαζί.
Τόσο κρίμα να βλέπεις κάποιον που περπάτησε το ανηφορικό αυτό μονοπάτι-μάλλον περίμενε ότι θα τον έβγαζε κάπου αλλού ή πως θα τον πλήρωνε,να καταλήγει με αυτό το βλέμμα,το επιστημονικά γνωστικό που όμως δεν έχει σε τίποτα να ελπίζει.
Υποθέτω πως όλο αυτό δε θα μου περνούσε καν απ'το μυαλό αν αυτός ο άνθρωπος δε μου θύμιζε τόσο απελπιστικά πολύ κάποιον που αγαπώ σαν κομμάτι μου..
'..Ένα άχρονο βράδυ σε ένα βαθύ κρύο ωκεανό ένα κορίτσι πνιγόταν.Δεν ήταν κανένας τριγύρω,μάταιο να φωνάζει και ένιωθε τις αναπνοές της να τελειώνουν,τις αντοχές της να λιγοστεύουν,το κρύο να διαπερνάει κάθε μόριο της και να της ζητάει να αφεθεί..Έκλεισε τα μάτια και σταμάτησε να προσπαθεί,το σώμα της άρχιζε να βουλιάζει αργά και σιωπηρά.Και καθώς έσβηνε τις αισθήσεις της ένα χέρι την τράβηξε πάνω και αυτή πρόλαβε να γραπωθεί σε ένα κομμάτι ξύλο.Και το κορίτσι άρχισε να αναπνέει γρήγορα,με προσπάθεια,να φτύνει τη λάσπη που είχε κατακλύσει το σώμα της.Και όταν πλέον κατάλαβε πως είχε σωθεί,γύρισε να κοιτάξει ποιός την έσωσε.Και τότε είδε πως αυτός που την έσωσε ήταν ακόμα μέσα στο νερό,αποσβολωμένος από το κρύο,μπλε το σώμα του,ακίνητο.Και τότε τον σήκωσε πάνω στη σχεδία και τον έδεσε για να μην πέσει καθώς είχε απογίνει ένα κομμάτι πάγος-τον τράβηξε μαζί της,άρχισε να πηγαίνει προς τα ζεστά νερά που τα χτυπάει ο πορτοκαλί ήλιος.Και πράγματι δούλεψε αυτό,και το κορίτσι σώθηκε και οι πάγοι άρχισαν να λιώνουν πάνω απ'το αγόρι,μέχρι που έσταξε και η τελευταία σταγόνα πάνω απ'το κορμί του.Και άρχισαν να ζουν σε εκείνη την φωτεινή ακτή,βρήκαν και άλλους και όλοι μαζί χαρήκανε τη ζεστασιά του ήλιου πάνω στην καρδιά τους.Μα άρχισε να ερημώνει,ήρθε η ώρα να φύγουν,και να δουν κι άλλα πράγματα.Το αγόρι άρχισε να φτιάχνει ένα καράβι με σκοπό όταν το τελειώσει να φύγει,αλλά το κορίτσι δε το ένοιαζε.Της έφτανε η σχεδία.Της ήταν πιο σημαντικό να δει κι άλλα πράγματα έστω κι άν κινδυνέψει παρά να περιμένει να φτιάξει το δικό της κανό.Σκέφτηκε πως θα μπορούσε να αρχίσει το ταξίδι της σιγά σιγά και σε κάθε στάση να φτιάχνει και λίγο τη σχεδία.Το αγόρι ήθελε να το τελειώσει πρώτα όλο και να κάνει μια και καλή μεγάλα ταξίδια.Θεώρησε το κορίτσι μήπως έπρεπε να κάνει το ίδιο και να περιμένει,αλλά σε εκείνο το νησί δεν είχε άλλα υλικά παραμόνο για να φτάσουν για το καράβι που θα έπαιρνε το αγόρι.Έτσι ένα πρωινό που το φθινόπωρο άρχισε να ρίχνει τις λεπτές χάντρινες σταγόνες του το κορίτσι αποχαιρέτησε το αγόρι,υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλο πως δε θα ξεχάσουν,και άρχισε να πλέει.Καθώς έφευγε ένιωσε πολλή μοναξιά και φώναξε στο αγόρι:'Θες να έρθεις μαζί μου?'.Το αγόρι της απάντησε:'όχι,θα τα καταφέρω μόνος μου',αν και το κορίτσι τον είδε που άρχιζε να τρέμει και να παγώνει πάλι.Το αγόρι ήταν πολύ υπερήφανο για να αποδεχτεί να ανέβει στη σχεδία του κοριτσιού και να ρισκάρει να χάσει και το κανό του.Το κορίτσι αποφάσισε πως θα πρέπει να τον προσέχει κρυφά και να γυρίζει να τον βλέπει χωρίς αυτός να τον καταλαβαίνει.Το αγόρι νόμιζε πως η σχεδία μπορούσε να κουβαλήσει μόνο έναν απ'τους δυο-ποτέ δεν εμπιστεύτηκε το κορίτσι διότι νόμιζε πως αυτός μόνο την είχε σώσει,ποτέ δεν κατάλαβε πόσο πολύ το κορίτσι θα ήθελε να τον πάρει μαζί της στη σχεδία.Αλλά δεν ήθελε να τον πιέσει καθώς έβλεπε το κανό του πράγματι να γίνεται δυνατό,αυτός το επέλεξε,αυτός το προτίμησε και αυτή το σεβάστηκε.Απλά ευχήθηκε να το τελειώσει πριν ξανακαταλήξει πάγος,πριν αρχίσουν να κοκκαλώνουν τα χέρια του και να απομείνει πάλι μόνος σε εκείνη την ακτή.Και πλέον τώρα που το κορίτσι ταξιδεύει από ακτή σε ακτή πολύ του λείπει το αγόρι που την έσωσε όπως ο Τζακ στον τιτανικό.[Με μια διαφορά όμως:αυτή η σχεδία μας χωρούσε και τους δυο Τζακ-δεν έπρεπε να μείνεις εκεί από πείσμα ότι μπορείς να τα καταφέρεις μόνος σου,απο υπερηφάνια που δε θέλεις βοήθεια.Αυτό έπρεπε να ξέρεις ότι το ήξερα απ'την πρώτη στιγμή,από τότε που μου έσωσες τη ζωή και πως ποτέ δε θα σου ζητούσα αντάλλαγμα ότι και να μου ζητούσες.Αλλά δε μου ζήτησες ποτέ τίποτα με λόγια,αν και στα μάτια σου είδα πόσο θα ήθελες να μείνω μαζί σου τότε στην ακτή.Όμως σκέψου ότι εσύ μια μέρα θα πάρεις το κανό σου και θα φύγεις-και μάλιστα θα πας μακριά.Εγώ τότε τι θα έκανα?]Τελικά το κορίτσι είχε μεγάλη αίσθηση της επιβίωσης,πάνω από κάθε άλλη αξία.'
Νιώθω σα να μου σκίζει κάποιος το ένα μου στήθος και το μόνο που αποκαλύπτεται είναι μια στέρφα γη.Ξηρή,άνυδρη,γκρίζα.Πόσο οδυνηρό είναι να προσπαθείς να βοηθήσεις κάποιον που αγαπάς και αυτός να το αρνείται από πείσμα.
Τουλάχιστον ελπίζω,ελπίζω πως θα βρει τους τρόπους όχι επειδή το ήθελε αλλά επειδή υποχρεώνεται πλέον.Ελπίζω πως δε θα πνιγεί και δε θα το καταλάβω,ελπίζω πως θα βρεθεί μια Ρόουζ που δε θα της αρνηθεί να τον πάρει απ'το χέρι να τον αποτρέψει απ'το μονόδρομο της καταξίωσης,της αφοσίωσης μονάχα σε ένα πράγμα(επειδή μόνο αυτό του απομένει).