Ξύπνησε χωρίς πολλή όρεξη.
Το στομάχι είναι κάπως περιέργα σήμερα.
Ναι,οφείλω με ό,τι ζω να είμαι ευτυχισμένη.Ανοίγει το ψυγείο για πρωινό,δεν έχει τίποτα.
Πρέπει να πάει στο σούπερμάρκετ.Και μόνο στη σκέψη την πιάνει μια ακατανίκητη θλίψη και κούραση.Γιατί?Γιατί να νιώθει έτσι?Θα μπορούσε να κοιμάται για ώρες στη φαντασιακή της ζωή..
Saturday, January 24, 2009
Wednesday, January 21, 2009
Η κυρία με το δερμάτινο
Ξύπνησε πρωί και σκέφτηκε πως θα ήταν καλό να γράψει έτσι με καθαρό μυαλό.
Το χαλασμένο πλυντήριο που μόλις αγόρασε,τα μαθήματα που χρωστά,η βρύση που στάζει και τα λιγοστά λεφτά δεν φαίνονται να είναι σοβαρό πρόβλημα.Ίσως και να είναι δηλαδή αλλά όταν δεν μπορεί να κάνει κάτι για αυτό,αδιαφορεί..Δείγμα αναισθησίας ή το υπερβολικό υποβόσκον άγχος της κόβει τα πόδια?
Όπως και να'χει στον ύπνο της είδε ταξίδι..
Ήταν λέει κάπου στην Αμερική.Νο money αλλά δε την ενδιέφερε,ήθελε να δει όσο γινόταν περισσότερα.Και θα γυρνούσε με το τραίνο του Μπίλυ Γουόνκα.Γνώρισε και κόσμο.Γυρνώντας αμφισβήτησαν πολλοί εκείνο το ταξίδι.Και φυσικά δεν είχε εισητήρια και ούτε είχε πάει στα αξιοθέατα.Είχε πάει στην καθημερινότητα.Κι έτσι δεν ήξερε αυτά που την ρωτούσαν.Ένας μάλιστα-άχτι τον έχει κι αυτός εκείνη-εξανίστατο πως αποκλείεται να είχε πάει.Στην αρχή ένιωσε ένα άδειασμα,αλλά μετά αδιαφόρησε.
Το σημαντικό ήταν πως το είχε ζήσει.
Θυμήθηκε εκείνο το κορίτσι.
Το γνώριζε καιρό.Της ήρθε στο μυαλό ένα βράδυ που είχαν βγει.Ίσως το βράδυ που άρχισαν ή τελειώσαν κάποια πράγματα.
Είχαν πάει Θέατρο.Για λόγους ευκολίας ας ονομάσουμε το κορίτσι Μαριμπέλ(το πραγματικό της όνομα είναι κοινότυπο και ίσως βαρετό-ποτέ δε μου έβγαινε να την φωνάζω με το όνομά της-μιας και μου δίνεται η ευκαιρία να την ξαναβαφτίσω,το κάνω.)
Ήταν ένα απογεύμα/βράδυ φθινοπώρου με αυτό το κρυάκι που ίσα ίσα σου σηκώνει την πέτσα και περιέργως σε κάνει να νιώθεις ευχάριστα ξυπνητός.Ο ουρανός δεν είχε μαυρίσει ακόμη τελειώς..Η απόχρωση του σκούρου μπλε έδινε μια νουάρ αίσθηση στο θέατρο του ν.κ. που είχε ήδη μαζέψει κόσμο.
Η ώρα περνούσε στη σιωπή ανάμεσα στις δυο κοπέλες αφουγκραζόντουσαν τη νωπότητα της ατμόσφαιρας σχεδόν τελετουργικά μετά απο ένα αποπνικτικά ξερό καλοκαίρι.
Απ'το πουθενά ένα προβολέας φωτίζει το δρόμο και ένας γρήγορος ήχος σχηματοποιείται σε μηχανή που σταματάει ακριβώς μπροστά από την πόρτα του θέατρου.Μια ψηλή φιγούρα κατεβαίνει από την μηχανή βγάζοντας ταυτόχρονα το κράνος,αποκαλύπτοντας ένα γυναικείο ξανθό κοντοκουρεμένο κεφάλι.
Η Μαριμπέλ με μια βαθιά ανάσα κόβει τη σιωπή.
'..Και ποιοι παίζουν σε αυτό που θα δούμε?'
'Η Σ.Χ.'
'Ποιά είναι αυτή?'
Της ρίχνω δήθεν υποτιμητικό βλέμμα και δεν απαντώ καν-δήθεν,δήθεν.
'Και ποιός άλλος παίζει?'
'Κανείς-η Σ.Χ μόνο'
'Δε μιλάς σοβαρά.Και με έφερες να δω αυτό το πράγμα?!Παγίδα!κχχ.Μου χρωστάς ποτό'
Χαμογέλασα 'όκι ντόκι-ό,τι θελήσεις.'
Το χαλασμένο πλυντήριο που μόλις αγόρασε,τα μαθήματα που χρωστά,η βρύση που στάζει και τα λιγοστά λεφτά δεν φαίνονται να είναι σοβαρό πρόβλημα.Ίσως και να είναι δηλαδή αλλά όταν δεν μπορεί να κάνει κάτι για αυτό,αδιαφορεί..Δείγμα αναισθησίας ή το υπερβολικό υποβόσκον άγχος της κόβει τα πόδια?
Όπως και να'χει στον ύπνο της είδε ταξίδι..
Ήταν λέει κάπου στην Αμερική.Νο money αλλά δε την ενδιέφερε,ήθελε να δει όσο γινόταν περισσότερα.Και θα γυρνούσε με το τραίνο του Μπίλυ Γουόνκα.Γνώρισε και κόσμο.Γυρνώντας αμφισβήτησαν πολλοί εκείνο το ταξίδι.Και φυσικά δεν είχε εισητήρια και ούτε είχε πάει στα αξιοθέατα.Είχε πάει στην καθημερινότητα.Κι έτσι δεν ήξερε αυτά που την ρωτούσαν.Ένας μάλιστα-άχτι τον έχει κι αυτός εκείνη-εξανίστατο πως αποκλείεται να είχε πάει.Στην αρχή ένιωσε ένα άδειασμα,αλλά μετά αδιαφόρησε.
Το σημαντικό ήταν πως το είχε ζήσει.
Θυμήθηκε εκείνο το κορίτσι.
Το γνώριζε καιρό.Της ήρθε στο μυαλό ένα βράδυ που είχαν βγει.Ίσως το βράδυ που άρχισαν ή τελειώσαν κάποια πράγματα.
Είχαν πάει Θέατρο.Για λόγους ευκολίας ας ονομάσουμε το κορίτσι Μαριμπέλ(το πραγματικό της όνομα είναι κοινότυπο και ίσως βαρετό-ποτέ δε μου έβγαινε να την φωνάζω με το όνομά της-μιας και μου δίνεται η ευκαιρία να την ξαναβαφτίσω,το κάνω.)
Ήταν ένα απογεύμα/βράδυ φθινοπώρου με αυτό το κρυάκι που ίσα ίσα σου σηκώνει την πέτσα και περιέργως σε κάνει να νιώθεις ευχάριστα ξυπνητός.Ο ουρανός δεν είχε μαυρίσει ακόμη τελειώς..Η απόχρωση του σκούρου μπλε έδινε μια νουάρ αίσθηση στο θέατρο του ν.κ. που είχε ήδη μαζέψει κόσμο.
Η ώρα περνούσε στη σιωπή ανάμεσα στις δυο κοπέλες αφουγκραζόντουσαν τη νωπότητα της ατμόσφαιρας σχεδόν τελετουργικά μετά απο ένα αποπνικτικά ξερό καλοκαίρι.
Απ'το πουθενά ένα προβολέας φωτίζει το δρόμο και ένας γρήγορος ήχος σχηματοποιείται σε μηχανή που σταματάει ακριβώς μπροστά από την πόρτα του θέατρου.Μια ψηλή φιγούρα κατεβαίνει από την μηχανή βγάζοντας ταυτόχρονα το κράνος,αποκαλύπτοντας ένα γυναικείο ξανθό κοντοκουρεμένο κεφάλι.
Η Μαριμπέλ με μια βαθιά ανάσα κόβει τη σιωπή.
'..Και ποιοι παίζουν σε αυτό που θα δούμε?'
'Η Σ.Χ.'
'Ποιά είναι αυτή?'
Της ρίχνω δήθεν υποτιμητικό βλέμμα και δεν απαντώ καν-δήθεν,δήθεν.
'Και ποιός άλλος παίζει?'
'Κανείς-η Σ.Χ μόνο'
'Δε μιλάς σοβαρά.Και με έφερες να δω αυτό το πράγμα?!Παγίδα!κχχ.Μου χρωστάς ποτό'
Χαμογέλασα 'όκι ντόκι-ό,τι θελήσεις.'
Subscribe to:
Posts (Atom)